Στην σύνταξη μίας ''Χάρτας'', με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των δικαστών στην Ευρώπη, προχώρησε, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο Ευρωπαίων Δικαστών (CCJE) του ΣτΕ, το πρώτο Όργανο σε διεθνή Οργανισμό, που αποτελείται αποκλειστικά από δικαστές και είναι ενιαίο σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ''Magna Carta'' των Ευρωπαίων δικαστών εγκρίθηκε από την Ολομέλεια του CCJE και έτυχε της αποδοχής της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης και σ' αυτήν περιλαμβάνονται, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των δικαστών, προκειμένου να ενισχυθεί η δικαστική εξουσία στην Ευρώπη.
Σχετικά με το κράτος δικαίου και την δικαιοσύνη, η ''Χάρτα'' αναφέρει ότι:
1.Η δικαστική εξουσία είναι μια από τις τρεις εξουσίες στα δημοκρατικά κράτη και αποστολή της είναι, να εγγυάται την ύπαρξη του κράτους δικαίου και να εξασφαλίζει ότι, η εφαρμογή του δικαίου γίνεται αποτελεσματικά και αμερόληπτα.
2. Η ανεξαρτησία και η αμεροληψία του δικαστή αποτελούν προϋποθέσεις για τη λειτουργία της δικαιοσύνης.
3. Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης θα πρέπει να διασφαλίζεται νομικά και χρηματοοικονομικά. Η προώθηση και η διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης αποτελεί ευθύνη του κράτους αλλά και των ίδιων των δικαστών.
Η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης θα πρέπει να διαφυλάσσεται στα πλαίσια της δικαστικής δραστηριότητας, σε θέματα που αφορούν την πρόσληψη, τον διορισμό μέχρι την ηλικία της συνταξιοδότησης, την εκπαίδευση, τη δικαστική ασυλία και πειθαρχία, την αποζημίωση και τη χρηματοδότηση της δικαστικής εξουσίας.
Σχετικά με τις εγγυήσεις που πρέπει να δίδονται, για την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης στην Ευρώπη, η ''Χάρτα'' επισημαίνει ότι:
1. Οι αποφάσεις, σχετικά με την επιλογή, το διορισμό και την αξιολόγηση της σταδιοδρομίας των δικαστών, θα πρέπει να βασίζονται σε αντικειμενικά κριτήρια και να πραγματοποιούνται από φορέα που θα είναι αρμόδιος για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας.
2. Η πειθαρχική διαδικασία που, ενδεχομένως, θα ασκείται κατά δικαστών, θα πρέπει να διεξάγεται ενώπιον μιας ανεξάρτητης αρχής, με δυνατότητα προσφυγής των δικαστών, σε δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
3. Το κράτος πρέπει να παρέχει τους απαραίτητους ανθρώπινους, υλικούς και οικονομικούς πόρους που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης.
4. Η αρχική και συνεχής εκπαίδευση είναι δικαίωμα και καθήκον του Δικαστή δεδομένου ότι, η εκπαίδευση είναι ένας σημαντικός παράγοντας στην εξασφάλιση της ανεξαρτησίας των δικαστών και την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος.
5. Το δικαστικό σύστημα πρέπει να συμμετέχει σε όλες τις αποφάσεις που επηρεάζουν την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων (οργάνωση των δικαστηρίων, των διαδικασιών και άλλων νόμων).
6. Κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων του, ο δικαστής δεν μπορεί να δεχθεί οποιαδήποτε διαταγή ή εντολή ή να υποστεί οποιανδήποτε πίεση από τους ανωτέρους του και υποχρεούται μόνο να τηρεί τους κανόνες δικαίου.
7. Οι δικαστές πρέπει να αντιμετωπίζουν ισότιμα τους εκπροσώπους των κατηγόρων και της υπεράσπισης.
8. Οι δικαστές έχουν το δικαίωμα να συμμετάσχουν σε Ενώσεις, περιφερειακές, εθνικές ή διεθνείς, που στόχο έχουν την υπεράσπιση της αποστολής της Δικαστικής εξουσίας στην κοινωνία.
Στην ''Χάρτα'' τονίζεται, ακόμη, ότι, για να εξασφαλιστεί η ανεξαρτησία των δικαστών, κάθε κράτος πρέπει να δημιουργήσει ένα καινούργιο θεσμικό Οργανο, που θα εποπτεύει την λειτουργία του Δικαστικού Συστήματος και θα αποτελείται, κατά πλειοψηφία, μόνον από δικαστές.
Η λειτουργία της Δικαιοσύνης θα πρέπει να είναι διαφανής και οι δραστηριότητες της θα πρέπει να γίνονται γνωστές στην Κοινή Γνώμη
Οι δικαστές, παράλληλα, θα πρέπει να συμβάλλουν στην προώθηση εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης των διαφορών και να λειτουργούν γρήγορα και αποτελεσματικά, στον τομέα της προσφυγής των ενδιαφερομένων στα δικαστήρια.
Οι δικαστικές αποφάσεις θα πρέπει να είναι γραμμένες σε απλή γλώσσα, να παραδίδονται εγκαίρως στους διάδικους ενώ, η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων θα πρέπει να βασίζεται, στο δικαίωμα προσφυγής σε μία δίκαιη και αποτελεσματική δικαστική διαδικασία.
Στην ''Χάρτα'' υπογραμμίζεται ότι, θα πρέπει να θεσπισθούν ξεχωριστοί ηθικοί κανόνες, που θα διέπουν τις ενέργειες των δικαστών.
Οι δικαστές, διευκρινίζεται, θα μπορούν να θεωρηθούν ποινικά υπεύθυνοι, για αδικήματα που διέπραξαν ενδεχομένως στα πλαίσια των καθηκόντων τους ενώ, δεν θα πρέπει να κινείται ποινική διαδικασία εναντίον δικαστών, σε περιπτώσεις που διέπραξαν ακούσια λάθη κατά την διάρκεια άσκησης των καθηκόντων τους.